γεροντοκομεῖον


γεροντοκομεῖον
γεροντο-κομεῖον, Ort wo Greise verpflegt werden

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γεροντοκομείου — γεροντοκομεῖον hospital for the old neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεροντοκομείων — γεροντοκομεῖον hospital for the old neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GEROCOMIUM — ex Graeco Γηροκομεῖον, locus ubi Senes aluntur, in Vita Euphrosinae Virg n. 8. aliter Gerontocomium, Gr. Γεροντοκομεῖον, apud sulian. Antecess. Constit 7. Diversorium Senum, in Monasteriis agnoscit Petrus Diacon. de Mirac. S. Benedicti Casini… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -κόμος — ο, η, θηλ. και α (ΑM κόμος) β συνθετικό πολλών συνθέτων τής Αρχαίας και Νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. κομῶ, έω «περιποιούμαι, φροντίζω», που απαντά μόνο στην Αρχαία Ελληνική. Όλα αυτά τα σύνθετα είναι παροξύτονα σε αντιδιαστολή με… …   Dictionary of Greek

  • γεροντοκομείο — το (Μ γεροντοκομεῑον) [γεροντοκόμος] το γηροκομείο* …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.